Η γλώσσα δεν νοείται παρά μόνο μέσα στο τρίπτυχο: κόσμος – νους – γλώσσα:
Τα όντα που συνθέτουν τον κόσμο μας, συγκεκριμένα και αφηρημένα, υπάρχουν για εμάς ως έννοιες, έτσι δηλαδή όπως τα συλλαμβάνει, τα οργανώνει και τα ταξινομεί ο νους μας με τα δεδομένα των αισθήσεων. Με τη σειρά τους οι έννοιες, στην προσπάθεια τού ανθρώπου να κοινωνήσει τις σκέψεις του, να πάρει και να δώσει πληροφορίες, γίνονται σημασίες, μπαίνουν δηλαδή σε έναν συμβατικό κώδικα επικοινωνίας που είναι η γλώσσα.
Η γλώσσα είναι αξία:
Συλλαμβάνοντάς τη ως αξία, αφήνουμε πίσω μας τη στοιχειώδη λειτουργία της ως μέσου συνεννόησης και προχωρούμε στη βαθύτερη υφή της ως αγαθού, ως πολύτιμης ηθικής οντότητας, ως αξίας όμοιας προς αξίες όπως λ.χ. η ελευθερία, η δημοκρατία, η μόρφωση, η ίδια η ζωή.
Κάθε κείμενο αληθινό, κάθε γνήσιο επικοινωνιακό γεγονός, προφορικό ή γραπτό, είναι και μια συνάντηση με τον άλλον – ή και με τον εαυτό μας:
Κάθε κείμενο είναι και μια δημιουργία, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ένας μικρόκοσμος προθέσεων και στόχων, επιλογών και αποφάσεων.
Η γλώσσα είναι η έκφραση τής σκέψης μας, άρα η ποιότητα στη γλώσσα είναι και ποιότητα στη σκέψη μας και τανάπαλιν:
Κάθε κατάκτηση στη γλώσσα, στο επίπεδο των σημασιών των λέξεων, είναι κατάκτηση στο επίπεδο των εννοιών τής νόησής μας και, συγχρόνως, κατάκτηση στο επίπεδο προσέγγισης των όντων που συνιστούν τον κόσμο μας. Γι’ αυτό και κάθε ποιότητα στη γλώσσα είναι και ποιότητα στη σκέψη μας και ποιότητα στη βίωση τού κόσμου μας.
Η αγωνία τής έκφρασης:
Για κάθε μορφή έκφρασης υπάρχει η αμέσως καλύτερη διατύπωσή της: καλύτερη λέξη, καλύτερη σύνταξη, καλύτερη σειρά λέξεων, όπου «καλύτερη» σημαίνει πιο εύστοχη, περισσότερο αποδεκτή, πιο πρωτότυπη, πιο δηλωτική κ.λπ.
Κάθε γλώσσα μετράει:
Η Ευρώπη έχει συμφέρον να διαθέτει μεγάλες ομάδες ατόμων που να γνωρίζουν όλες τις γλώσσες τού κόσμου. Καμιά δεν πρέπει να παραμεληθεί, διότι κάθε μια ανοίγει επαγγελματικούς, πολιτιστικούς ή άλλους ορίζοντες στους πολίτες, στις χώρες, αλλά και στην Ευρώπη στο σύνολό της.
Η γλώσσα ως τρόπος θέασης τού κόσμου:
Δεν υπάρχει πιο άμεσος, πιο ουσιαστικός και πιο σύντομος δρόμος να γνωρίσεις έναν λαό από το να μάθεις τη γλώσσα του. Διότι η γλώσσα κάθε λαού είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει, συλλαμβάνει, ταξινομεί και δηλώνει τον κόσμο. Κάθε εθνική γλώσσα είναι και άλλη ταξινομία τού κόσμου.
Οι ομιλητές μιας γλώσσας που σέβονται την επικοινωνία τους
προσπαθούν να εκφραστούν με στοιχεία παρμένα από την ίδια τους τη γλώσσα, έτσι που να τους καταλαβαίνουν όλοι.
Το να κατέχεις τη γλώσσα σου δεν είναι ούτε απλό ούτε αυτονόητο:
Είναι δύσκολο, λεπτό, σύνθετο, επίπονο και μακροχρόνιο εγχείρημα. Είναι έργο ζωής. Θέλει σύστημα, επιμονή, μέθοδο και μεράκι. Και πολλή δουλειά.
Η ελληνική είναι η γλώσσα ενός μικρού λαού με μεγάλη πολιτισμική παρουσία:
Συγχρονικά η Ελληνική ανήκει στον κύκλο των «λιγότερο ομιλουμένων γλωσσών». Ωστόσο, υπάρχει και η διαχρονική διάσταση τής γλώσσας, αυτή που τη συνδέει με τον χρόνο. Σε αυτήν μετράει η πνευματική, πολιτισμική και ποιοτική παρουσία μιας γλώσσας μέσα στον χρόνο. Διαχρονικά, λοιπόν, η Ελληνική είναι μία από τις πιο μεγάλες σε σημασία γλώσσες- αν όχι και η μεγαλύτερη- στην επίδραση που άσκησε σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Η ελληνική γλώσσα κατέχει ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις 2.700 γλώσσες τού κόσμου:
Σήκωσε το βάρος ενός ανεπτυγμένου πολιτισμού και έτσι γνώρισε καλλιέργεια που την ξεχωρίζει από τις άλλες. Σμιλεύτηκε επί 30 και πλέον αιώνες στην έκφραση λεπτών εννοιών τής φιλοσοφίας και τής επιστήμης, τού πολιτικού λόγου, σύνθετων εννοιών τού ευαγγελικού λόγου, καθώς και βαθιών στοχαστικών εννοιών τού αρχαίου δράματος, τής πεζογραφίας και τής ποίησης.

